Η Αυστραλία είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος, αρκετά απομακρυσμένο από τη χώρα μας, αλλά πολύ κοντά στη συνείδησή μας, λόγω του Ελληνικού στοιχείου που ζει και δραστηριοποιείται εκεί. Ένα Ελληνικό στοιχείο που αγγίζει τον αριθμό των 520.000 Ελλήνων και Κυπρίων (στοιχεία από έρευνα που έχει δημοσιεύσει η μογενειακή εφημερίδα της Αυστραλίας «Νέος Κόσμος») και αυτό με τη σειρά του μεταφράζεται σε 180.000 στο Σίδνεϋ και 231.000 στη Μελβούρνη.
Έχοντας υπόψη την παραπάνω έρευνα, επισκέφτηκα 5 μεγάλα σούπερ μάρκετ, δύο καταστήματα λιανικής πώλησης τροφίμων και ένα πρατήριο οίνου και ποτών στην πόλη Σίδνεϋ της Αυστραλίας, για να διαπιστώσω ιδίοις όμασι, τι είδους ελληνικά τρόφιμα υπάρχουν εκεί. Η πραγματικότητα έδειξε ότι οι μεγάλες αλυσίδες, είχαν τρία ελληνικά προϊόντα στα ράφια τους - φέτα Δωδώνη, ελαιόλαδο Μινέρβα (εικόνα 1) και ελιές Καλαμών -, τα μικρά καταστήματα (εκ των οποίων το ένα ανήκε σε Έλληνα) είχαν κάτι περισσότερο (ελαιόλαδο Άλτις και Αργολίς, ζυμαρικά Μίσκο, ελιές Καλαμάτας) και το πρατήριο ποτών άλλα δύο προϊόντα (ρετσίνα Μαλαματίνα και Τσάνταλη και κόκκινο κρασί Τσάνταλη).
Η ανεύρεση όλων των παραπάνω προϊόντων που καταγράφηκαν, δείχνει ότι τα εθνικά προϊόντα μας, όπως είναι το λάδι και η φέτα, εξακολουθούν να αποτελούν το βασικό εκπρόσωπό μας στο εξωτερικό και κυρίως στη χώρα της Αυστραλίας. Το δυσάρεστο είναι ότι αντιμετωπίζουν έντονο ανταγωνισμό, που τις περισσότερες φορές γίνεται αθέμιτος. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο λόγω της διαφοράς στην τιμή που είναι μεγάλη (τα ελληνικά προϊόντα πωλούνται αρκετά ακριβότερα από αντίστοιχα άλλων χωρών), αλλά και λόγω της παραπλάνησης του καταναλωτή, με προώθηση προϊόντων από άλλες χώρες, ως Ελληνικά.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το προϊόν Φέτα, ένα καθαρά ελληνικό προϊόν, με κατοχυρωμένη ονομασία από την Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2002, που σημαίνει ότι μόνο ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να χρησιμοποιούν την ονομασία «φέτα». Σύμφωνα με τον κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ψηφίστηκε το 2002 και έδινε περίοδο χάριτος άλλα 5 χρόνια (έως 14.10.2007), οι επιχειρήσεις άλλων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν το δικαίωμα να παράγουν τυρί με την ονομασία αυτή, ανεξάρτητα αν το τυρί αυτό κυκλοφορεί στο έδαφος της Κοινότητας ή σε τρίτες χώρες.
Δυστυχώς όμως παρότι έχουν περάσει 2 χρόνια από την περίοδο χάριτος, τρίτες χώρες, αλλά κυρίως και ευρωπαϊκές, εξακολουθούν να παρανομούν και να χρησιμοποιούν καταχρηστικά τον όρο «φέτα».
Αν εξαιρέσουμε τις τρίτες χώρες όπως η Αυστραλία, όπου η προστατευμένη ονομασία προέλευσης «φέτα» δεν αναγνωρίζεται, γιατί δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για χώρες όπως η Βουλγαρία και η Δανία.
Ξεκινώντας από την Αυστραλία, θα δούμε ότι εξακολουθεί να παράγει και να εμπορεύεται προϊόντα «φέτα» με την επωνυμία Lemnos και το ελληνικό γράμμα της αλφαβήτου (Λ), όπως είχα διαπιστώσει πέρυσι σε σούπερ μάρκετ στην Ταϋλάνδη. Ένα χρόνο μετά και παρά την παρέμβαση της σημερινής Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Μπατζελή, η οποία ως Ευρωβουλευτής τότε, με ερώτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έθεσε θέμα για την κυκλοφορία προϊόντων με ονομασία «φέτα», σε αγορές τρίτων χωρών, δυστυχώς συνεχίζεται η εκμετάλλευση του ελληνικού προϊόντος, από την ίδια επιχείρηση της Αυστραλίας (εικόνα 2), με την προσθήκη και ενός ακόμα Κυπριακού προϊόντος στα ράφια, που δεν είναι άλλο από το γνωστό μας «χαλούμι» (εικόνα 3).
Το πιο ανέντιμο από όλα είναι αυτό που κάνουν επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη γείτονα «Ευρωπαία» Βουλγαρία (εικόνα 4) αλλά και στη Δανία (εικόνα 5), όπου χρησιμοποιούν κατά κόρον την λέξη «φέτα».
Έτσι στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, θα βρούμε τρία είδη φέτας, την Ελληνική (Δωδώνη), τη Βουλγάρικη και τη Δανέζικη. Αυτά τα τρία είδη, που καμία σχέση δεν έχει το ένα με το άλλο στην γεύση και στην ποιότητα, διαφέρουν και ως προς τις τιμές. Πιο συγκεκριμένα οι ενδεικτικές τιμές που υπάρχουν στην εικόνα 6 δείχνουν ότι: Φέτα Δωδώνη 26,99 Α$/κιλό, Φέτα Βουλγαρίας 19,98 Α$/κιλό και Φέτα Δανίας 11,98 Α$/κιλό. Στην εικόνα 6 το πρώτο προϊόν είναι η Δανέζικη φέτα, το δεύτερο η Βουλγάρικη και το τρίτο στο βάθος είναι η Ελληνική.
Δυστυχώς αυτή η εικόνα διαδραματίζεται στα περισσότερα μαγαζιά λιανικής πώλησης τροφίμων, σε μια πόλη σαν το Σίδνεϋ με 180.000 Έλληνες.
Βέβαια, εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε και τις προσπάθειες πολλών Ελλήνων, οι οποίοι καταφέρνουν να εμπορεύονται ορισμένα Ελληνικά προϊόντα, όπως ζυμαρικά, ελιές, ρετσίνα και λάδι. Βέβαια οι ποσότητες αυτές είναι ελάχιστες έως μηδαμινές στα μεγάλα σούπερ μάρκετ.
Επίσης αξίζει να τονιστούν και κάποια άλλα παράδοξα που καταγράφηκαν, όπως το Ελληνικό γιαούρτι, τύπου Αυστραλίας (εικόνα 7), και η διαφημιστική εκστρατεία των Ισπανών στο κέντρο του Σίδνεϋ, με αφίσες που παρότρυναν τους Αυστραλούς να αγαπήσουν τις ελιές και το ελαιόλαδο της χώρας τους (εικόνα 8).
Είναι απογοητευτικό, σε ένα αγοραστικό κοινό 520.000 Ελλήνων, να παρατηρούνται τέτοια φαινόμενα παραπλάνησης καταναλωτή, και όχι τόσο για καταναλωτικούς λόγους, όσο περισσότερο για συναισθηματικούς.
Κρίνεται λοιπόν αναγκαία η άμεση παρέμβαση των αρμόδιων αρχών, με σκοπό την ανάληψη πρωτοβουλιών και την εντατικοποίηση των ελέγχων στο εξωτερικό, για να προστατευθούν τα ελληνικά προϊόντα. Δεν είναι δυνατόν τα ελληνικά προϊόντα με το παραμικρό να πυροβολούνται από τους Ευρωπαίους εταίρους μας, ενώ αυτοί συνεχίζουν να καταστρατηγούν τους κανονισμούς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
